Τη σειρά δοκιμίων Altera Pars συνεχίζει ένα κείμενο της Λίλας Τρουλινού για το βιβλίο της “Αουρέλια Η πρώτη μνήμη” που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Περισπωμένη.

 

 

Κείμενο: Λίλα Τρουλινού 

 

 

Ευχαριστώ τον Γρηγόρη Δανιήλ για την πρόσκλησή του να γράψω ένα κείμενο για τη γέννηση του δεύτερου βιβλίου μου, και για την ευγενική φιλοξενία που μου προσέφερε στο βιβλιοφιλικό ιστολόγιό του, The Book.Gr

Η νουβέλα μου «Αουρέλια Η πρώτη μνήμη» (Περισπωμένη, 2017) είναι ένα οδοιπορικό στον χώρο και στον χρόνο που ξεκινάει από τη Μεγάλη Ρουμανία της εποχής του Μεσοπολέμου για να καταλήξει στη Θεσσαλονίκη του σήμερα, με πρωταγωνιστές δύο αδέλφια, την Αουρέλια και τον Κορνέλιου.

Η καταγωγή μου από τη μεριά της μητέρας μου είναι από τη Ρουμανία. Μεγάλωσα με τις διηγήσεις της γιαγιάς μου για εκείνη τη μυθική εποχή και για το χωριό της το Βιντερέι, στην επαρχία Βασλούι, από το οποίο έφυγε νεαρό κορίτσι για να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη όπου και γνώρισε τον παππού μου, που δούλευε στη Ρουμάνικη Σχολή. Ήταν ένα όμορφο, απλό και θρήσκο κορίτσι, με θαυμάσια σοπράνο φωνή, κόρη φτωχού αγρότη. Προσπάθησα να αναπλάσω το πρώτο εκείνο ταξίδι της γιαγιάς μου βάζοντας στη θέση της ένα φανταστικό πρόσωπο, την Αουρέλια, στο οποίο έδωσα μια τελείως διαφορετική ιστορία και έναν επινοημένο αδελφό, τον ποιητή Κορνέλιου. Τα χαρακτηριστικά του τα εμπνεύστηκα από τη σκοτεινή προσωπικότητα του ρουμάνου φιλοσόφου Εμίλ Σιοράν, ο οποίος πριν να εγκατασταθεί στη Γαλλία και να αποκηρύξει το παρελθόν του, περιέφερε τον νεανικό μισανθρωπισμό του στα δρομάκια και στις πανεπιστημιακές αίθουσες του Βουκουρεστίου, βαθιά επηρεασμένος από τις φασιστικές και αντισημιτικές ιδεολογίες της εποχής του.

Στην πορεία, συνάντησα και άλλα μελαγχολικά πρόσωπα, όπως τον Μιχάι Εμινέσκου, το μεγαλύτερο λυρικό ποιητή της Ρουμανίας, που, όπως ο Εμίλ Σιοράν, γοητεύτηκε στη νεότητά του από τη διφορούμενη προσωπικότητα του ιδρυτή της φασιστικής Λεγεώνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, τον Κοντρεάνου, ο οποίος συνένωσε στοιχεία απαρχαιωμένου μυστικισμού με εκκλήσεις για ριζοσπαστικοποίηση της δράσης και της βούλησης σε έναν εκρηκτικό αντισημιτισμό. Αλλά και τον ανένταχτο ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, που μόλις είχε επιστρέψει – απελπισμένος και απογοητευμένος από τους πρώην συντρόφους του – στην πατρίδα του τη Ρουμανία, και αποφασίζω να τον κάνω κεντρικό ήρωα της νουβέλας.

Τα δύο αδέλφια της νουβέλας ξεκινούν, λοιπόν, το ταξίδι τους και φτάνουν στο Βουκουρέστι όπου διασταυρώνονται με σημαντικά πρόσωπα της εποχής από τον χώρο της λογοτεχνίας, – τον Παναΐτ Ιστράτι, τον μεταφραστή και εκδότη του Αλεξάντρου Τάλεξ -, αλλά και της πολιτικής, μέσα σε ένα νοσηρό πολιτικό κλίμα ενός δηλητηριώδους, υφέρποντος φασισμού, που με πολλές μορφές και καλυμμένος από τα πέπλα του μυστικισμού και της ορθοδοξίας δεν άφησε τη Ρουμανία του 20ου αιώνα να αναπτυχθεί και να ανασάνει.

Ο Ιστράτι, ωστόσο, διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα νεαρά πρόσωπα του έργου, καθώς βρίσκεται σε ώριμη ηλικία και έχει διαγράψει μια διαφορετική προσωπική πορεία, μια επίπονη πορεία ωρίμανσης, έχοντας ο ίδιος αποκλεισθεί και συκοφαντηθεί από τους πρώην συντρόφους του της αριστεράς. Έτσι οδηγείται τώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς στα κυρίαρχα φασιστικά ρεύματα, όχι για να τα ασπαστεί, αλλά για να τα αποδομήσει, να πειραματιστεί, να επηρεάσει έναν χώρο.

Η συνάντηση όλων των προσώπων στο Βουκουρέστι γίνεται αφορμή για πολλαπλές αφηγήσεις, ιστορίες και θρύλους, που πάνε πίσω έως τα τέλη του 19ου αιώνα: ο Ιστράτι διηγείται ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια, ενώ η Αουρέλια ιστορίες που έχουν να κάνουν με τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ποιητή αδελφού της, την επίδραση που άσκησε πάνω του ο ιδρυτής της φασιστικής Λεγεώνας.

Από όλες τις οικογενειακές σχέσεις η σχέση αδελφού και αδελφής είναι για μένα η πιο συγκινητική και ενδιαφέρουσα. Στην «Αουρέλια», η αδελφή είναι εκείνη που αγρυπνεί πάνω στον λεπτοφυή αδελφό της, μέσα από τον καθρέφτη της δικής της συνείδησης παρακολουθούμε τα βήματά του, μέχρι που να καταλήξει να γίνει η ίδια θύμα της φασιστικής ιδεολογίας του.

Πέρα από την πρώτη μνήμη, την προγενέθλια καταγωγική μου μνήμη, την οποία επινοώ γράφοντας αυτή τη νουβέλα, – καθώς η Αουρέλια ξανακάνει το ταξίδι που έκανε κάποτε η γιαγιά μου απ’ το χωριό της μέχρι τη Θεσσαλονίκη, υπάρχει και η πιο πρόσφατη μνήμη, το ίζημα της παροντικής μνήμης, η σκληρή μνήμη των δρόμων, η Θεσσαλονίκη της μνήμης, όπου η αφηγήτρια, η εγγονή, περιφέρεται με την ηλικιωμένη ανοϊκή μητέρα της, τη Ραλούκα, την κόρη της Αουρέλια, σε μια σχισμένη παραλία, σε μια εφιαλτική, σκαμμένη, τραυματισμένη πόλη, με τα βουβά πλήθη των αστέγων, με το δηλητήριο του μίσους ακόμη να διαποτίζει τις υπόγειες στοές, τους κλειστούς χώρους των λουτρών, του μίσους που εξόντωσε το πιο ζωντανό στοιχείο, τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης της Θεσσαλονίκης, της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Η εγγονή ανασυνθέτοντας τις κατακερματισμένες εικόνες της ζωής της γιαγιάς της, που ανασύρει από τα σκοτάδια η σπασμένη μνήμη της ανοϊκής μητέρας της, ψάχνει να βρει την αλήθεια, σε μια ιστορική στιγμή όπου ο φασισμός, ο αντισημιτισμός δείχνουν πάλι τα δόντια τους και η άρνηση της ιστορίας και ο εγκλεισμός σε εθνικά στερεότυπα αναζωπυρώνονται.

~ . ~

«Ωραία διηγήθηκες τις ιστορίες, μητέρα μου», λέω και της καθαρίζω τα γόνατα μ’ ένα σφουγγάρι, «μ’ έκανες και ξεχάστηκα, κι ας έχουμε να κάνουμε ένα σωρό δουλειές ακόμη». «Η Αουρέλια τις διηγήθηκε, κόρη μου, όχι εγώ», μου αντιλέγει. «Μα εσύ δεν μου ’λεγες προχθές πως τη μνήμη σου την επινοείς, δεν τη δανείζεσαι; Τώρα τη θέση σου την πήρε η Αουρέλια;» «Επινοώ τη μνήμη μου σημαίνει ψάχνω τα χνάρια, αναζητώ τα ίχνη, την κοίτη του ποταμού ψηλαφώ, τους κόκκους του χρυσαφιού και της άμμου, τις πέτρες, τα βάραθρα, τα φαράγγια και τα αργιλώδη τοιχώματα απ’ όπου κύλησε το ρεύμα του χρόνου». «Σαν να λες ότι πρόκειται για διαισθητική δουλειά της φαντασίας, κι όχι για αυθαίρετη μυθοπλασία. Πάνω στα διάσπαρτα ίχνη αναπλάθεις το παρελθόν σε μια εικόνα ρευστή, ζωντανή». «Ίσως, δεν ξέρω. Πώς καλύτερα να σ’ το πω; Την προγονική μου μνήμη εγώ τη ζω με όλες μου τις αισθήσεις. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να σου το παραστήσω…» (απόσπασμα από το βιβλίο, σελ. 72)

 

Η Λίλα Τρουλινού γεννήθηκε το 1961. Κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και θέατρο. Έχει γράψει επίσης τη νουβέλα “Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια”(Περισπωμένη, 2016).

 

Επιμέλεια: Γρηγόρης Δανιήλ

 

 

3