, Μια επίκαιρη ουμανιστική και οικολογική κραυγή, γράφει ο Τάκης Γεράρδης

Ο Τάκης Γεράρδης γράφει στο The Book.Gr για τη νουβέλα “Μαύρο νερό” του Μιχάλη Μακρόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.

 

Κείμενο: Τάκης Γεράρδης

 

Πρόκειται για μια αλληγορία που διαδραματίζεται στα ορεινά μέρη της Πίνδου και φορτίζει με μεγάλο βάρος τις σελίδες της νουβέλας. Η εποχή στην οποία ξεδιπλώνονται τα περιστατικά δείχνει όμοια με τη δική μας, την τωρινή. Τα πρόσωπα του βιβλίου ζουν σε ένα άγριο και αφιλόξενο περιβάλλον. Παντού βουνά και δάση. Και το χειρότερο όλων το χωριό τους είναι έρημο γιατί, μετά από έργα που έχει κάνει το κράτος, έχει μολυνθεί ο υδροφόρος ορίζοντας. Ο καρκίνος έφαγε τους περισσότερους συγχωριανούς καθώς και τη μάνα του σπιτιού των ηρώων και πολλούς άλλους τους έκανε να ξενιτευτούν. Λίγα γερόντια που απέμειναν να ζουν εκεί, αρνούνται να εγκαταλείψουν το μέρος που γεννήθηκαν.

Η έννοια πατρώα γη αποκτά μια μεταφυσική δύναμη, καρφωμένη στα μυαλά των αμόρφωτων ανθρώπων πλανάται και είναι πανίσχυρη και αόρατη όπως η βαρύτητα, όμως ακαταμάχητη και πανταχού παρούσα. Το χωριό είναι κυκλωμένο από βουνοκορφές, μικρό και ασήμαντο όπως πολλά χωριά που καθώς ταξιδεύουμε με τα αυτοκίνητά μας τα κοιτάζουμε φευγαλέα, όμως στις ψυχές των κατοίκων αυτός ο τόπος ασκεί μια ισχυρή μαγνητική έλξη. Για τους λίγους κατοίκους που παρέμειναν εκεί είναι ο οικείος χώρος που τους παρέχει ψυχολογική ασφάλεια, είναι το φιλικό γνωστό σε αντίστιξη με το σκοτεινό άγνωστο, στο νου τους είναι το μέρος που μεγάλωσαν κι έμαθαν τρόπους να εξασφαλίζουν τη τροφή τους, είναι όμοιο με ζεστή μητρική αγκαλιά.

Οι έξι – επτά εναπομείναντες κάτοικοι μόνοι τους ανασαίνουν, μόνοι τους τρώνε τα λιτά γεύματά τους, μόνοι τους πίνουν το βρόχινο νερό που μαζεύουν γιατί το άλλο το νερό των πηγών είναι «μαύρο» και δηλητηριασμένο, μόνοι τους καθαρίζουν τους δρόμους, μόνοι τους ιερουργούν και αρνούνται πεισματικά τις κρατικές υποδείξεις που λένε να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να πάνε να ζήσουν στην πόλη. Ο Πατέρας που στωικά και αγόγγυστα μεταφέρει τον ανάπηρο γιο του Χριστόφορο στην πλάτη κι ο τυφλός ψάλτης που στο πατρικό του σπίτι και στο δικό του χωριό μπορεί και κινείται με ευχέρεια αναδεικνύουν την πανίσχυρη δύναμη της συνήθειας, την αξία του ιερού καθήκοντος, αλλά και τη σημασία της έννοιας γενέθλια γη που πηγάζουν από τα βάθη των ψυχών τους.

Ο θάνατος έχει απλωθεί στην κοινότητα, το χωριό είναι με δρόμους έρημους, ο πληθυσμός έχει αραιώσει, τα σπίτια παρατημένα μουχλιάζουν και σαπίζουν, όμως λίγοι κάτοικοι απέμειναν αμετανόητοι να υπερασπίζονται παράλογα μα σθεναρά το δικαίωμά τους να μην θέλουν να εγκαταλείψουν το μέρος που γεννήθηκαν. Κι εδώ κατά τη γνώμη μου είναι το κομβικό σημείο που τα περιστατικά που περιγράφονται παύουν να είναι απλές δημοσιογραφικές περιγραφές κάποιων συμβάντων και γίνονται μυθοπλαστικές μετουσιώσεις της ίδιας της ζωής. Η πανίσχυρη βούληση των κατοίκων που απέμειναν, πηγάζει όχι από το λογικό τμήμα, αλλά από τα βάθη μιας ψυχής που δύσκολα ερμηνεύεται με επιστημονικούς όρους. Έτσι κατανοούν οι κάτοικοι πως πρέπει να κάνουν και έτσι κάνουν, χωρίς να εξηγούν το γιατί.

Πίσω από την καθημερινή και ανιαρή επανάληψη των ενεργειών των κατοίκων συντηρείται η απόλυτη ελευθερία της επιλογής του μέρους που θα πεθάνουν, όπως διαβάζουμε κάπου στο βιβλίο. Η σχέση τους με τη φύση χωρίς ιδιαίτερες περιγραφές και αναφορές γίνεται αυτονόητη. Οι κάτοικοι υπάρχουν σαν τμήμα της φύσης, σαν ένα απαραίτητο παρακλάδι της. Οι κρατούντες αντιμετώπισαν τη φύση σαν εργαλείο ή σαν αντικείμενο που θα αποδώσει κέρδη. Οι ήρωες της νουβέλας, χωρίς βαθυστόχαστα σκεπτικά, τη θεωρούν κομμάτι του εαυτού τους, μια μήτρα που τους ασφαλίζει και μια τροφός που τους συντηρεί.

Οι περιγραφές των περιστατικών είναι απλές αλλά γωνιασμένες σωστά από τον Μιχάλη Μακρόπουλο, που σαν ένας τεχνίτης λιθοξόος του λόγου νομίζεις πως έρχεται από μια παμπάλαια εποχή και μας μεταφέρει μια τέχνη που πρέπει να συντηρηθεί, την τέχνη της αρμονικής σμίλευσης των λέξεων – λίθων και του ταιριάσματός τους ώστε να αποκτήσουν μια μοναδική θέση σε ένα λειτουργικό ιερό κτίσμα.

Διαβάζοντας τις σελίδες της νουβέλας εκστασιάζεσαι από αυτή την δύναμη των λέξεων που χωρίς πολλά στολίδια, χωρίς κραυγαλέες εκφράσεις, η μία μετά την άλλη σου υποβάλουν το χώρο, το χρόνο και τη δραματουργία, με έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, σε μετατρέπουν από θεατή και αναγνώστη σε συμπάσχοντα. Με λιτότητα στις εκφράσεις η κάθε λέξη στοχεύει στο να ξεδιπλώσει το κεντρικό νόημα, το οποίο ο συγγραφέας το αφήνει να κυκλοφορεί δίπλα σου, αφώτιστο δήθεν, τελικά όμως κυρίαρχο.

Ο Πατέρας επιφορτισμένος με το ιερό καθήκον να βοηθά τον ανήμπορο γιο του Χριστόφορο φροντίζει να τον ταΐζει και να τον πλένει, με μια Σισύφεια αυτοκαταδίκη τον μεταφέρει στην πλάτη πάνω στα βουνά για να τον ψυχαγωγήσει, όμως κυρίως φροντίζει να του μαθαίνει τον κόσμο μέσα από αναγνώσεις από κάποια λίγα βιβλία που υπάρχουν στο σπίτι δίπλα στη φωτογραφία της πεθαμένης μάνας που στέκει αγέραστη να τους παρατηρεί. Μαθήματα για τον κόσμο απλά, όπως αυτά που έχουν μεγαλώσει και τον Πατέρα, γνώση που συντηρεί έθιμα, παραδόσεις και διαχρονικές αξίες. Ο Πατέρας δεν βαρυγκομά, δεν απελπίζεται κάθε τόσο επινοεί κάτι για να κυλήσει η μέρα τους χρήσιμα και ωφέλιμα, αντιστέκεται σθεναρά στις πιέσεις των αρχών, δείχνει να ακολουθεί ένα κάποιο σχέδιο που όμως αυτό το σχέδιο δεν είναι πολύπλοκο και αινιγματικό αλλά απλό και συντείνει σε έναν στόχο: να παραμείνουν εκεί, στον τόπο τους.

Κι αυτή η πεποίθηση πως εκεί, όσο κι αν ο θάνατος κυκλοφορεί επικίνδυνα ανάμεσά τους, είναι καλύτερα από το να πάνε στην πόλη και να εξαφανιστούν μέσα στην ανωνυμία, γίνεται, σαν τον αέρα, ένας αόρατος αλλά υπαρκτός απόηχος στο βιβλίο.

Ο Χριστόφορος με τις περιορισμένες παραστάσεις που έχει για τον κόσμο σαν ολότητα δεν θέλει να φύγουν από το χωριό τους, το λέει στον πατέρα του κι ο Πατέρας δεν τον αντικρούει. Αντίθετα κάθε τόσο τον δένει στην πλάτη του και πότε τον πηγαίνει στην εκκλησία του χωριού, και άλλοτε βαριανασαίνοντας με το φορτίο στους ώμους τον ανεβάζει στο βουνό κάνοντας δύσκολους και επώδυνους περιπάτους.

Αυτή η εικόνα μας φέρνει στο νου το Σίσυφο και το αιώνιο μαρτύριό του. Ο Σίσυφος στο μύθο θέλησε να εξασφαλίσει για τον τόπο του μια πηγή που θα έβγαζε ασταμάτητα νερό, γι αυτό και κατέδωσε στον Ασωπό το Δία για την αποπλάνηση της Αίγινας. Ο Σίσυφος καταδικάστηκε από το Δία να πάει στον Κάτω Κόσμο, όμως με την πονηριά του κατάφερε να ξεγελάσει και να αιχμαλωτίσει το Θάνατο κι ο Θάνατος δεν μπορούσε να θερίζει ανθρώπινες ζωές. Οι Θεοί επεμβαίνουν κι ο Σίσυφος τιμωρείται με την αιώνια καταδίκη να κουβαλά έναν πελώριο βράχο στην κορυφή ενός βουνού κι όταν πλησιάζει στο τέλος ο βράχος να κατρακυλά ξανά κάτω.

Οι αναλογίες της νουβέλας με το μύθο είναι εμφανείς. Ο Σίσυφος τιμωρείται με το να κουβαλά αιώνια έναν μεγάλο βράχο. Ο Πατέρας δοκιμάζεται να κουβαλά για όσα χρόνια θα ζει αυτός ή γιος του το Χριστόφορο στις πλάτες. Ο Σίσυφος επεδίωξε για τον τόπο του το νερό που θα τροφοδοτεί αιώνια την Κόρινθο. Ο Πατέρας ψάχνει στον τόπο του για νερό που δεν θα δηλητηριάζει και θα διώχνει μακριά το Θάνατο. Ο Σίσυφος με την εξυπνάδα του περιορίζει το Θάνατο. Ο Πατέρας με την αγάπη για τον τόπο και τον γιο του κάνει το ίδιο. Ήδη από τη μέση του βιβλίου προαισθάνεται κάποιος πως η όλη καταθλιπτική ατμόσφαιρα της νουβέλας προς το τέλος της θα αλλάξει, το κακό θα σκορπίσει κι ο αναγνώστης θα εισπράξει ένα αισιόδοξο τέλος.

Διαβάζοντας τη νουβέλα ΜΑΥΡΟ ΝΕΡΟ του Μιχάλη Μακρόπουλου είχα την αίσθηση της απόλυτης ισορροπίας σε αυτό που όλοι μας αναζητούμε είτε γράφουμε, είτε διαβάζουμε, ανάμεσα στην μορφή και στο περιεχόμενο, στη γλώσσα και στη δραματουργία. Ένιωθα πως κάθε λέξη τοποθετήθηκε σωστά και συνέτεινε να ελευθερωθεί τόσο το αίσθημα όσο και η νοητική διέγερση.

Κλείνοντας το βιβλίο ένοιωσα σα να κοιτούσα από μακριά έναν κολπίσκο μιας θάλασσας οικείας και πάνω στο βράχο, σεμνό και μικρό, να στέκει ένα ταπεινό λευκό εκκλησάκι. Κι αυτό το εκκλησάκι με διακριτικό τρόπο επέβαλε στο μάτι να στέκεται στην ομορφιά του, και έμοιαζε να αποτελεί τμήμα ενός παγκόσμιου και αρμονικού όλου.

Σε αυτό το βαρύ και αδιέξοδο ορεινό τοπίο που σου κόβει την ανάσα, η επιμονή λίγων ανθρώπων να υπερασπιστούν τις αξίες με τις οποίες μεγάλωσαν, να αντισταθούν έστω και παθητικά στην επέλαση της σύγχρονης εποχής, εκπέμπει μια ουμανιστική και οικολογική κραυγή πολύ επίκαιρη πλέον. Και το αισιόδοξο τέλος, όσο διακριτικά κι αν παρατίθεται από τον συγγραφέα, συντείνει σε μια λύτρωση, τέτοια που βρίσκει κάποιος μόνο σε κλασσικά κείμενα.

 

, Μια επίκαιρη ουμανιστική και οικολογική κραυγή, γράφει ο Τάκης Γεράρδης

Ο Τάκης Γεράρδης γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1953. Σπούδασε οικονομικά στη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά και δημοσιογραφία στο Frei Universitat Berlin. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία: “Ο καφές”, (Τροχαλία, 1998), “Αλφαβητάρι του καφέ” (Alta Grafico, 1999), “Τα κομπολόγια” (Κέδρος,2015), “Το καμίνι” (Κέδρος. 2016).

Από το 1991 μέχρι το 1997 εξέδιδε το μηνιαίο περιοδικό Ο καφές. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί.

 

 

1

Αφήστε μια απάντηση