Μια λέξη μέσα μου επιμένει ν’ αστράφτει

«Αυτό το σπίτι κι αυτοί οι άνθρωποι, σκεφτόμουν συνέχεια. Αυτό το σπίτι κι αυτοί οι άνθρωποι. Ποιοι στο διάολο είναι, τέλος πάντων; Δεν την γνώριζα την Άιρις. Σάμπως όμως γνώριζα και κανένα τους; Στ’ αλήθεια; Βαθιά; Στη σάρκα, το αίμα, τα κόκκαλα και το μεδούλι τους;»

 

Το βιβλίο «Κάτι αστραφτερό» (Red at the bone) που κυκλοφόρησε στις αρχές του 2021 από τις εκδόσεις Πόλις αποτελεί το δεύτερο βιβλίο ενηλίκων της Τζάκλιν Γούντσον που κυκλοφορεί στη χώρα μας μετά την έκδοση πέρυσι του «Ένα άλλο Μπρούκλιν», το οποίο αμέσως αγκάλιασε το ελληνικό κοινό. Και σε αυτό το βιβλίο παρατηρούμε ότι η Woodson εστιάζει στους οικογενειακούς δεσμούς.

Με αφορμή την τελετή ενηλικίωσης της Μέλοντι η Woodson θα μας ταξιδέψει με πρωτοπρόσωπες ενίοτε και με τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, σε στιγμές που σημάδεψαν μια αμερικανική οικογένεια. Η μητέρα του βιβλίου, Άιρις, μένει έγκυος στη  Μέλοντι στα δεκαέξι της χρόνια. Μέσα από αυτή την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη ο κόσμος της αναποδογυρίζει. Όταν θα προσπαθήσει να πιάσει ξανά το νήμα, λίγο μετά τη γέννηση της κόρης της, θα ορθώσει ένα τείχος στις σχέσεις τους. Αυτό αρχίζει να χτίζεται από τη στιγμή που η Άιρις θα συνδυάσει τη μητρότητα με το σχολείο και θα εγκαινιαστεί όταν η Άιρις θα ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές της σπουδές, στην περίοδο των οποίων η μητρότητα έχει καταχωνιαστεί σε δυσπρόσιτες πλευρές της μνήμης. Η μικρή Μέλοντι μεγαλώνει με τον πατέρα της, τον Όμπρεϊ και τους γονείς της Άιρις.

Η συγγραφέας πηγαίνοντας μια γενιά πιο πίσω, θα διηγηθεί μέσω της γιαγιάς Σέιμπι, μια εποχή όπου ο ακραίος φυλετικός ρατσισμός ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ο αναγνώστης θα έρθει σε επαφή με τα αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα το διήμερο 31 Μαΐου-1 Ιουνίου 1921, κι έμειναν στην ιστορία ως η «Σφαγή της Τάλσα».

«Η ιστορία επιμένει να χρησιμοποιεί τη λέξη “ταραχές”, αλλά όχι: σφαγή ήταν. Οι λευκοί ανέβηκαν στα πολεμικά τους αεροπλάνα και βομβάρδισαν τη γειτονιά της μαμάς μου. Ο Θεός να αναπαύσει τη ψυχή της μα, αν ζούσε ακόμη, θα την έλεγε σε όλους αυτή την ιστορία. Εγώ πρέπει να την είχα ακούσει εκατοντάδες φορές, από τότε που πήγαινα ακόμη σχολείο. Έμαθα, ξέρω. Και φρόντισα να μάθει κι η Άιρις. Και θα φροντίσω να μάθει κι η Μέλοντι, γιατί αν θέλουμε να θυμόμαστε τους νεκρούς μας, πρέπει να αφηγούμαστε την ιστορία τους».

Μέχρι σήμερα δεν είναι γνωστός ο ακριβής αριθμός των θυμάτων, πέρα από τις τεράστιες  υλικές ζημιές. Η σφαγή της Τάλσα είναι μια μαύρη σελίδα της αμερικανικής ιστορίας, αποτελώντας ίσως το χειρότερο επεισόδιο ρατσιστικής βίας.

Η γιαγιά Σέιμπι, λοιπόν, κουβαλά όσα της απίθωσαν στη ψυχή η μητέρα της και η γιαγιάς της. Έγιναν, κατ’ επέκταση, βίωμα και για την ίδια. Συγκεκριμένα, συνεχίζει να κουβαλά στα χρόνια αυτή την απώλεια και να την διαχέει στις επόμενες γενιές με απώτερο στόχο τη σωτηρία. Γιατί η ίδια η απώλεια σου ανοίγει τον δρόμο να φύγεις και να σωθείς. Αν την εγκαταλείψεις στη λήθη του χρόνου τότε δεν θα υπάρξει διαφυγή.

Οι αντρικές φωνές ηχούν επικουρικά ως γεφυροποιοί σύνδεσμοι, λαξεύοντας ακόμη και κάποια όρια στις φρενήρεις καταστάσεις των ζωηρών θηλυκών. Η συνεισφορά του Πο Μπόι και του Όντρεϊ είναι σημαντική από άποψη λογοτεχνικής οικονομίας κι όχι μόνο.

Ο Πο Μπόι αφηγείται εμβριθώς την παιδική του ηλικία και πως αυτή σηματοδότησε την συνάντησή του με την Σέιμπι. Οι δύο τους παντρεύτηκαν τον Ιούλιο του 1967 στο Σικάγο. Ο πρώτος γιος τους, ο Μπέντζαμιν, πεθαίνει λίγους μήνες μετά. Η άφιξη τις Άιρις θα έρθει κάποια χρόνια αργότερα, όταν οι ελπίδες για  ένα παιδί θα έχουν πλέον σβήσει. Η Νέα Υόρκη είναι πλέον ο τόπος διαμονής τους. Ο λόγος του Πο Μπόι ρίχνει φως στα γεγονότα που έχουν αποσιωπηθεί από την συγγραφέα και αποσαφηνίζει τυχόν συμπεριφορές που μπορεί να ξενίζουν τον αναγνώστη. Στα βιβλία της Woodson το κάθε πρόσωπο εξυπηρετεί έναν σκοπό. Τα περιφερειακά κάποιον συγκεκριμένο. Όταν επιτευχθεί αυτός φεύγουν από το προσκήνιο ώστε να λάμψουν με την απουσία τους.

Ο ρόλος του Όντρεϊ είναι διττός. Αφηγηματικά η ιστορία του συμπληρώνει το κομμάτι της έλλειψης που δημιουργεί η αναχώρηση της Άιρις.  Λειτουργεί ακόμη ως προανάκρουσμα της εμφάνισης ενός σημαντικού δευτερεύοντος προσώπου στο βιβλίο, της μητέρας του, Κάθι Μαρί Σίμμονς. Η γυναίκα αυτή αντιπροσωπεύει ένα σταθερό σημείο, θα μπορούσα να πω, στη γραφή της Woodson. Της απελευθερωμένης γυναίκας που δεν διστάζει να έρθει να σύγκρουση με τα κοινωνικά στερεότυπα. Μέσα από  τη φωνή της δυνατής και αποχρωματισμένης καλλονής, η συγγραφέας θα καταγγείλει την ελλιπή αμερικανική μέριμνα για τις ασθενείς τάξεις, το δυσκίνητο αμερικανικό σύστημα υγείας αλλά και την υποταγή των ανθρώπων αυτών στις πενιχρές απολαβές ενός καλοστημένου συστήματος. Παράλληλα η κοινωνική κατακραυγή σε ζητήματα ηθικής δεν γνωρίζει χρώμα, ο Όντρεϊ θα κουβαλά τη στάμπα που μόνο αυτός γνωρίζει. Το περιβάλλον αυτό θα τον συνδέσει άρρηκτα με τη  Άιρις στην οποία θα προσκολληθεί. Μετά τη φυγή της θα δοθεί ψυχή τε και σώματι στο μεγάλωμα της Μέλοντι.

Η Μέλοντι μιλά ελάχιστα, η φωνή της φανερώνει θυμό κι οδηγείται σταδιακά στη σιωπή. Λειτουργεί από θέση ισχύος, του ανθρώπου δηλαδή που έχει δίκιο. Αυτό την καθιστά κεντρικό πρόσωπο. Όλοι είναι υπόλογοι απέναντί της. Το βάρος μοιάζει όμως τεράστιο. Το κάθε πρόσωπο του οικογενειακού της κύκλου το διαχειρίζεται διαφορετικά. Μέσω της φροντίδας οι περισσότεροι. Η Άιρις, αντίθετα, της κάνει ένα ανέλπιστο δώρο, το δρόμο προς την ελευθερία. Ελευθερία από τις στερεότυπες δεσμεύσεις της εποχή μας. Σκληρό δώρο βέβαια, που το περιτύλιγμά του ματώνει σε κάθε προσπάθεια ανοίγματος που θα την φέρει σε επαφή με την αλήθεια.

«Ήταν ένα αίσθημα ανεξαρτησίας. Απελευθέρωσης. Είχε κιόλας, από νωρίς, καταλάβει ότι ποτέ πια δεν θα αισθανόταν ευτυχισμένη στο σπίτι της. Μεγαλώνοντας είχε ξεπεράσει το Μπρούκλιν και τον Όμπρεϊ, ακόμα και τη Μέλοντι…».

Η κυκλοφορία του «Κάτι αστραφτερό», τής μέχρι πριν λίγο καιρό άγνωστης στην ελληνική εκδοτική παραγωγή, Jacqueline Woodson, ξεδιπλώνει πολύπλευρα τη συγγραφική της προσωπικότητα. Μετά το επιτυχημένο της πρώτο μυθιστόρημα «An another Brooklyn» η Woodson με το γνωστό της, πλέον, λιτό, σφιχτό συνάμα και ποιητικό της ύφος μας παρουσιάζει τρεις γενιές μιας αμερικανικής οικογένειας που νομιμοποιούν τη σπουδαία λογοτεχνική της φύση.

Στο βιβλίο αυτό βασικός πυλώνας του κειμένου είναι η αγάπη, η αγάπη όμως μέσα από το μεταμορφωτικό της ένδυμα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το υψηλό αυτό συναίσθημα που ο χρόνος, αλλά κυρίως οι περιστάσεις επιδρούν κι αλλάζουν τη χημική της σύσταση, με αποτέλεσμα να διαχέεται πολλαχώς. Κι αυτό είναι πιστεύω το ρήμα που ξεκλειδώνει τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Ο κόσμος της Woodson όσο απλοϊκός κι αν μοιάζει, στήνει γρίφους εντείνοντας την αγωνία του αναγνώστη ώστε να τους ξεδιαλύνει. Οι λέξεις στο κείμενο διαχέονται ανάλογα με την χημική σύσταση της αγάπης του εκάστοτε αφηγητή. Όσο πολύπλοκο κι αν ακούγεται δεν παύει να λειτουργεί κάπως έτσι. Οι σκέψεις που ξεδιπλώνουν οι αφηγητές έρχονται σε αλληλεπίδραση με τη σχέση που έχουν την εκάστοτε στιγμή με τα άλλα πρόσωπα της οικογένειας. Σε κάποια το ποσοστό της αγάπης έχει σταθερά θετικό πρόσημο, το υψηλότερο ίσως, όπως αυτό ανάμεσα στη Σέιντι και τον Πο Μπόι ή του Όμπρεϊ προς την Άιρις, σε άλλες όχι. Οι διακυμάνσεις της στις σχέσεις της Άιρις με την κόρη της Μέλοντι ή της Άιρις προς τον σύζυγο της Όμπρεϊ εξηγούν τη δυσκολία της εκδήλωσής της.

«Δεν έπαψα να σε θέλω. Απλώς άλλαξε ο τρόπος. Θα το μάθεις κι εσύ αυτό. Ελπίζω, δηλαδή, να το μάθεις. Η αγάπη μεταμορφώνεται συνεχώς. Ποτέ δεν σταματάει».

Ο τρόπος προσέγγισής της αλλάζει, κι όταν χαθούν ή πληχθούν ολοσχερώς τα έκδηλα μέσα της, όπως η τρυφερότητα ή έστω η παρουσία, η ύλη προσπαθεί να παίξει το ρόλο του γεφυροποιού. Οι αποστάσεις όμως λογοδοτούν.

«Τώρα όμως αποκάλυπτα ότι υπήρχαν πάρα πολλοί τρόποι να κρεμαστεί κανείς στον σταυρό –η αγάπη μιας μητέρας για σένα, που μεταμορφώνεται σε κάτι ακατανόητο. Ένα φόρεμα που έχει στοιχειώσει τα όνειρα κάποιας άλλης γενιάς. Μια ιστορία φωτιάς, στάχτης κι απώλειας. Η κληρονομιά σου».

Κάθε άνθρωπος φέρει στους ώμους του το φορτίο που κληρονομεί. Όσο κι αν διαφέρουμε από τους προγόνους μας η ιστορία τους έχει σπείρει το δρόμο τον οποίο θα διαβούμε, απλά οι διαδρομές αλλάζουν.

«Ήταν η πιο συνηθισμένη αναγνωριστική ερώτηση. Από πού και τι και ποιον κρατάει η σκούφια σου».

Το πάρτι «ενηλικίωσης» της Μέλοντι τους φέρνει αντιμέτωπους με τις παραβιάσεις που έχουν κάνει λόγω των εμμονών τους, των επιλογών τους, της μνήμης.

Πέρα όμως από τη μνήμη, το σώμα στήνει το δικό του χορό στις ζωές τους, ζητά το κομμάτι που του αναλογεί. Η Άιρις, η νεαρή μητέρα ανακαλύπτει την ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητά της στα χρόνια των πανεπιστημιακών της σπουδών. Ο Όμπρεϊ γαντζωμένος πάνω της διεκδικεί τα κεκτημένα του. Ενώ μέσω της Μέλοντι η συγγραφέας επαναπροσδιορίζει τη σεξουαλική έκφραση των κοριτσιών. Η συντροφικότητα του γηραιού ζεύγους ηχεί ως θρόισμα μιας εποχής που ολοένα φθίνει. Η Γκούντσον καταλαβαίνει ότι οι σημερινές καταστάσεις δοκιμάζουν τα όρια μας. Περιβάλλει τους νεαρούς ήρωες της με το πλέγμα της μη σταθερότητας στις προσωπικές μας σχέσεις, όπως αυτή προβάλλει ως σημαία της εποχή μας. Δεν παίρνει το ύφος του κατήγορου, όχι απέχει παρασάγγας, ως μια ελεύθερη συγγραφική φύση, από τέτοιου είδους λογοτεχνικές αλλοιώσεις, απλά παρατηρεί και καταγράφει την εποχή μας προσπαθώντας να αποδελτιώσει την ανθρώπινη ψυχή.

«…αλλά η γέννηση της Μέλλοντι –ο πόνος του τοκετού, η απόλυτη αγριότητα με την οποία το μωρό άνοιξε το δρόμο του για να έρθει σε αυτό τον κόσμο- ήταν λες κι άλλαξε το DNA της Άιρις. Μα δεν το είχε αλλάξει στ’ αλήθεια. Με τα μάτια να καίνε κάτω από το αδύναμο πορτατίφ, ένιωθε πως την καθοδηγούσε η μητέρα της, και η μητέρα της μητέρας της, και ούτω καθεξής, φτάνοντας πολύ πίσω, σε κάτι που ποτέ δεν θα έσπαγε. Η ιστορία της ζωής της είχε ήδη γραφτεί. Με μωρό ή χωρίς».

Όσο όμως κι αν θαμπώνουν τα κομμάτια της ψυχής, όσο κι αν αγριεύουν τα θέλω μας, η συγγραφέας θα αναδείξει το δρόμο που ανοίγει η ειλικρίνεια. Τον αστραφτερό κόσμο που κουβαλά η αποκαθαρμένη από μικρότητες κι εγωισμούς, ανθρώπινη ψυχή.

 

1