Ταξιδεύοντας με το τρένο από το Έρεμπρο προς τη Στοκχόλμη, συνάντησε τυχαία τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αποφάσισε να αφηγείται τις ιστορίες του.

 

 

Μέσα από αυτές τις ιστορίες, ο Βαγγέλης Γιαννίσης βρίσκεται στις βιβλιοθήκες των Ελλήνων αναγνωστών εδώ και μια δεκαετία.  Τελευταίο βιβλίο του, που κυκλοφορεί όπως και τα προηγούμενα από τις εκδόσεις Διόπτρα, “Ο άλλος αδερφός”. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που βγήκε πέρυσι αλλά συνεχίζει ακάθεκτη την επιτυχημένη πορεία του. Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε στις αρχές του προηγούμενου φθινοπώρου μέσα σε ένα υπέροχο κλίμα. Τον ευχαριστώ πολύ για όσα μοιράστηκε μαζί μου.

 

 

  1. «Το καλοκαίρι είναι η εποχή που πετάς τα άγχη σου μαζί με τα ρούχα σου…» λέει η αρχιτέκτονας Άντα Λουίζ Χάξταμπλ. Ξεκινώντας κάπως ανορθόδοξα, θα ήθελα να σας ρωτήσω εσείς τι πετάξατε ή κρατήσατε μακριά αυτό το καλοκαίρι;

Το συγκεκριμένο καλοκαίρι ήταν από αυτά που θα ήθελα να ξεχάσω. Δύσκολο, τόσο από προσωπική σκοπιά, με διάφορα θέματα υγείας που με κούρασαν, όσο και για τη χώρα. Το μόνο που μπορώ να κρατήσω είναι τα καλά βιβλία που διάβασα και τα 2/3 του μεθεπόμενου βιβλίου μου, που πρόλαβα να γράψω.

 

  1. Ποια ήταν η αφόρμηση αυτού του βιβλίου κι ακόμη οι δυσκολίες που τυχόν ενέσκηψαν κατά τη συγγραφή σε ποια σημεία κυρίως επικεντρώνονται;

Οι περισσότεροι συγγραφείς ξεκινούν την καριέρα τους γράφοντας ένα βιβλίο που διαδραματίζεται στη γενέτειρά τους, σωστά; Εγώ το πήρα λίγο ανάποδα. Το βιβλίο αυτό άργησε σχεδόν δέκα χρόνια στην περίπτωσή μου, οπότε ήθελα (ή είχα ανάγκη, ποιος ξέρει) να γράψω ένα βιβλίο για την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Ελευσίνα. Θεώρησα πως ήταν το ιδανικό τοπίο για να εξερευνήσω το πώς η εξαφάνιση ενός παιδιού μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, αλλά και την ίδια την πόλη. Η δομή του βιβλίου ήταν η πηγή των περισσότερων δυσκολιών. Έχουμε ένα εγκιβωτισμένο βιβλίο στο κυρίως βιβλίο, οπότε έπρεπε να υιοθετήσω άλλη μία φωνή, η οποία έπρεπε να είναι διακριτή από την έτερη φωνή του βασικού αφηγητή. Αλλά και το εγκιβωτισμένο βιβλίο είχε διαφορετική δομή από το κυρίως. Νομίζω πως αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία.

 

 

  1. Ως ένας από τους πιο επιτυχημένους Έλληνες συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων πόσο μεγάλη ήταν η πρόκληση στη συγγραφή ενός βιβλίου, που αναμφίβολα ο τρόπος γραφής του διαφέρει από τα προηγούμενα;

Φυσικά και ήταν μεγάλη, αλλά, αν δεν υπήρχε, νομίζω δεν θα υπήρχε και το κίνητρο να γράφω. Όσοι πάνε γυμναστήριο ξέρουν ότι κάθε φορά πρέπει να προσθέτουν περισσότερο βάρος σε κάθε άσκηση, να κάνουν μεγαλύτερο αριθμό επαναλήψεων ή περισσότερα σετ, ειδάλλως δεν θα υπάρξει πρόοδος. Σίγουρα κάποια μέρα θα πιάσουν το ταβάνι τους, καθώς το σώμα έχει όρια, αλλά μέχρι τότε μπορούν να τα δοκιμάζουν. Το ίδιο σκοπεύω να κάνω κι εγώ. Γνωρίζω ότι το όποιο ταλέντο μου έχει όρια και κάποια στιγμή θα πιάσω ταβάνι. Δεν ξέρω πότε θα έρθει αυτή η στιγμή, αλλά σκοπεύω να δοκιμάζω τον εαυτό μου με κάθε νέο βιβλίο, τόσο επειδή έτσι αισθάνομαι ότι προοδεύω, αλλά και επειδή η διαδικασία αυτή με διασκεδάζει. Με βοηθάει να μη βαριέμαι. Η ανία είναι ένας από τους μεγάλους εχθρούς της συγγραφής, οπότε καλό είναι να την ξορκίζουμε.

 

  1. «Είδα για πρώτη φορά κάποιον να πεθαίνει μπροστά στα μάτια μου», λέτε στην αρχή του βιβλίου. Σφυρηλατώντας τόσα χρόνια τον θάνατο μέσα από τη γραφή σας, πώς στέκεστε απέναντι σε αυτόν;

Η στάση μου δεν έχει αλλάξει, τον φοβάμαι ακόμα. Φαντάζομαι πως αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους γράφω αστυνομική λογοτεχνία. Ο θάνατος για μένα συμβολίζει το άγνωστο. Δεν ξέρω τι υπάρχει μετά και αυτό με φοβίζει. Αν είχα την επιλογή, σίγουρα θα διάλεγα να τον αποφύγω, αλλά δυστυχώς αυτό δεν γίνεται.

 

  1. «Οι συμπτώσεις είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Όλοι πέφτουμε πάνω σε συμπτώσεις, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εν γνώσει ή εν αγνοία μας». Ποιες συμπτώσεις πιστεύετε πως καθόρισαν ως έναν βαθμό την πορεία σας στη ζωή;

Σύμπτωση ήταν να διαβάζει η αδερφή μου αστυνομική λογοτεχνία, με αποτέλεσμα να μου μεταδώσει το μικρόβιο. Αν διάβαζε κυρίως κάποιο άλλο είδος ή αν δεν διάβαζε καθόλου, ποιος ξέρει αν θα είχα αρχίσει κι εγώ να διαβάζω και κατ’ επέκταση να γράφω. Σύμπτωση ήταν να υπηρετήσω στον στρατό με ένα φανταστικό παιδί που με ενθάρρυνε να γράψω – και το έκανα μερικούς μήνες αργότερα. Σύμπτωση ήταν να διαβάσουν το πρώτο μου βιβλίο οι σωστοί άνθρωποι και να του δώσουν μία ευκαιρία να διαβαστεί από περισσότερους αναγνώστες. Νομίζω πως μπορώ να συνεχίσω για μισή σελίδα ακόμα, αλλά προφανώς δεν θα το κάνω για οικονομία χώρου.

 

 

  1. Σχεδόν 6 μήνες από την κυκλοφορία του Άλλου αδερφού ποιο είναι το συναίσθημα που επικαλύπτει τα άλλα;

Για να πω την αλήθεια, ο ενθουσιασμός και η χαρά που υπάρχουν τους πρώτους μήνες έχουν αντικατασταθεί από το «πάμε για άλλα». Το βιβλίο συνεχίζει φυσικά την πορεία του στα βιβλιοπωλεία και στα χέρια των αναγνωστών, αλλά η πορεία του μέσα μου έχει ολοκληρωθεί με την έκδοσή του, οπότε νέες ιστορίες παίρνουν τη θέση του. Επομένως αυτή τη στιγμή υπάρχει από τη μία ικανοποίηση για τη μέχρι τώρα πορεία του Άλλου αδερφού και από την άλλη ενθουσιασμός για τα βιβλία που θα ακολουθήσουν.

 

  1. Υπηρετείτε ένα είδος που έχει τη μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό, ειδικά την τελευταία δεκαπενταετία, αλλά η κριτική, υπό την ευρεία έννοια, το «υποδέχεται» με δυσκολία. Πώς εξηγείτε αυτή την ασυμφωνία;

Το φαινόμενο αυτό δεν ισχύει μόνο στον χώρο της λογοτεχνίας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να διαβάζω μία κριτική σε εφημερίδα για την ταινία Τα πάντα όλα, την καλύτερη –για εμένα– ταινία της περσινής χρονιάς, και είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό, επειδή ο κριτικός μάλλον δεν κατάλαβε τι είδε. Αλλά το καταλαβαίνω. Πολλές φορές άνθρωποι με τρομερές γνώσεις δεν καταλαβαίνουν τι έχουν μπροστά τους, είτε επειδή δεν συμβαδίζει με τα γούστα και τις γνώσεις τους είτε επειδή πολύ απλά η εποχή τούς έχει ξεπεράσει. Και αυτό δεν είναι κακό να συμβαίνει, θα συμβεί μοιραία με όλους μας. Κάποια στιγμή η εποχή θα μας ξεπεράσει και μακάρι τότε να έχουμε την αυτογνωσία να το καταλάβουμε και να κάνουμε ένα βήμα πίσω.

 

  1. Μαλάσσοντας τις μνήμες της συγγραφικής σας πορείας, ποιες πρώτες εικόνες ξεπηδούν στη θύμησή σας;

Σίγουρα το πρώτο μου λάπτοπ, ένα Fujitsu-Siemens, το οποίο είχα αγοράσει τη μέρα που βγήκαν τα αποτελέσματα των Πανελληνίων το 2006 – σε αυτό έγραψα τα πρώτα δύο βιβλία μου, προτού παραδώσει το πνεύμα σχεδόν εφτά χρόνια μετά. Επίσης, οι βόλτες στο Στάντσπαρκεν στο Έρεμπρο τα απογεύματα και οι ενενηντάλεπτες διαδρομές από και προς τη δουλειά με το λεωφορείο, χρόνο που εκμεταλλευόμουν διαβάζοντας ή γράφοντας. Και δεν μπορώ να παραλείψω την πρώτη φορά που είδα βιβλίο μου σε βιτρίνα βιβλιοπωλείου. Ευτυχώς ήταν η ξαδέρφη μου μαζί και είχε τραβήξει φωτογραφία, οπότε η συγκεκριμένη ανάμνηση θα βρίσκεται για πάντα στο κινητό μου.

 

 

  1. Απολαμβάνοντας τον ρόλο του παρατηρητή-εξιχνιαστή στο βιβλίο σας, τι παρατηρήσεις θα κάνατε στην κλυδωνιζόμενη από φωτιές κι άλλες καταστροφές και ιδεολογικές αγκυλώσεις, Ελλάδα;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Αυτή τη στιγμή συμβαίνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα, οπότε οι όποιες παρατηρήσεις γίνουν θα γίνουν εν βρασμώ – και αυτό είναι κάτι που δεν μου αρέσει, γιατί πολλές φορές οδηγεί σε λανθασμένα και βιαστικά συμπεράσματα. Χρειάζεται χρόνος, όπως και σε μία αστυνομική έρευνα. Και παρατήρηση από απόσταση, κυρίως χρονική. Οπότε ίσως σε έξι μήνες ή σε έναν χρόνο θα μπορούσα να δώσω μία πιο ασφαλή απάντηση.

 

  1. Η γραφή σας φανερώνει κι έναν άνθρωπο που ο χρόνος δεν τον τοποθετεί στα στενά του περιθώρια. Το επόμενο σας συγγραφικό «διάβημα» έχει φανερωθεί, έστω σαν σκέψη/ιδέα;

Δεν έχει απλώς φανερωθεί, αλλά έχει ολοκληρωθεί. Μάλιστα είμαι στα «τελειώματα» του μεθεπόμενου βιβλίου μου, καθώς ορισμένες φορές, όταν έχω μία ιδέα που με ενθουσιάζει, δυσκολεύομαι να της αντισταθώ και τη βάζω απευθείας στο χαρτί. Και η συγκεκριμένη ιδέα ήταν για μία θεματική τριλογία, με διαφορετικούς μεν πρωταγωνιστές, αλλά με κοινό πυρήνα. Η παρόρμησή μου είναι να γράψω σερί και τα τρία βιβλία και πιθανότατα θα το έκανα, αλλά μετά από αυτό το κουραστικό πνευματικά και σωματικά καλοκαίρι ίσως το αρχικό μου σχέδιο ματαιωθεί. Θα δούμε.

 

 

0