Τη σειρά δοκιμίων Altera Pars συνεχίζει ένα κείμενο της Μαρίας Σκιαδαρέση για το βιβλίο της “Όσα δεν έζησαν” που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2018 από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

 

Κείμενο: Μαρία Σκιαδαρέση

 

 

Αυτές τις μέρες της καραντίνας, μέσα σε όλη τη γκάμα των αντιφατικών διαθέσεων που βιώνουμε –από τον ζόφο της καθημερινής ενημέρωσης έως την ευφορία της δημιουργικής δουλειάς, που το κλείσιμο στο σπίτι όχι μόνο επιτρέπει μα και επιβάλλει- συλλαμβάνω συχνά τον εαυτό μου, να καταφεύγει στο πληκτρολόγιο για να γράψει, έτσι σαν κάποιος να μου υπαγορεύει, μια δυο σελίδες με σκέψεις, αισθήματα, αγωνίες ή ιδέες που εμφανίζονται σαν πεφταστέρια στο καθημερινό προσωπικό μου στερέωμα. Δίπλα σε όλα αυτά και παράλληλα με τη σταθερή ενασχόλησή μου με το έργο που δουλεύω αυτόν τον καιρό – τον τέταρτο τόμο για τη σειρά «Προσωπογραφίες»– βρίσκω τον χρόνο να γράψω και κάποια μικρά κείμενα που μου ζητούν φίλοι δημοσιογράφοι να τους στείλω.

Έτσι η ευγενική πρόσκληση από τον κύριο Δανιήλ να γράψω κάτι γύρω από το πιο πρόσφατο βιβλίο μου (Όσα δεν έζησαν, 2019, Πατάκης) με έκανε να αναλογιστώ τι άλλο θα μπορούσα να πω πέρα από όσα έχω πει στις συνεντεύξεις μου ή στις παρουσιάσεις του βιβλίου.

Κάνοντας λοιπόν μιαν αναδρομή στις μέρες που το έργο συστηνόταν στο αναγνωστικό κοινό, κατάλαβα πως ένα πράγμα μόνο δεν έτυχε να συζητήσω με κανέναν γύρω από τα διηγήματα αυτά, μιας και δεν έτυχε να ρωτηθώ. Είναι η αφορμή, το πραγματικό πίσω από το επινοημένο, της κάθε ιστορίας. Πάντα κάτι δεν υπάρχει πίσω απ’ όποιο δημιούργημα; Ένας σπόρος που πέφτει, φυτεύεται, και γύρω του ανθίζει σαν περιπλοκάδα  η μυθοπλασία. Μια εικόνα, μια ιδέα, ένα όνειρο, ένα περιστατικό, ένα πρόσωπο, μια κίνηση, συχνά ανεπαίσθητη, ένα γεγονός, μικρό ή μεγάλο.

Το βιβλίο είναι μια θεματική ενότητα τεσσάρων διηγημάτων που μιλούν για τον ξένο στην Ελλάδα, μέσα στο χρονικό διάστημα των τεσσάρων δεκαετιών 1980-2020. Να τονίσω πως τα διηγήματα αυτά έχουν την ιδιαιτερότητα τού ότι πράγματι συνελήφθησαν μέσα στη διάρκεια των δεκαετιών όπου αναφέρονται, με άξονα το πώς βίωνα τότε το κοινωνικό βάθος της αντίστοιχης εποχής, τη στιγμή που τα πράγματα συνέβαιναν, ανεξαρτήτως του αν το κάθε διήγημα ολοκληρώθηκε τη συγκεκριμένη δεκαετία ή όχι.

Οι ιστορίες αυτές μιλούν για ανθρώπους που αναγκάστηκαν να φύγουν από τη πατρίδα, τον τόπο, την πόλη τους για να ζήσουν κάπου αλλού όσα δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να ζήσουν• όλα όσα δεν έζησαν.

Το βιβλίο θεωρήθηκε επίκαιρο, λόγω της σύγχρονης προσφυγιάς που αναβίωσε το ενδιαφέρον μας για τον αναγκεμένο άλλον που καταφεύγει στον τόπο μας ζητώντας άσυλο.

Το πρώτο διήγημα « 1984- Μια νύχτα ολόκληρη μαζί» είναι σχεδόν μια μαρτυρία από την ιδιαιτερότητα της κοινωνικής μετάλλαξης στην  Ελλάδα της δεκαετίας του ’80, με την εκτόξευση καινούργιων δυνάμεων στο πολιτικό προσκήνιο και την εμφάνιση μιας νέας πλουτοκρατίας με τη βοήθεια ενός γενναίου δανεισμού από την Ευρώπη. Μιλάει για έναν κούρδο πρόσφυγα που, έχοντας καταφύγει στην Ελλάδα, προσπαθεί να επιβιώσει με κάθε τρόπο και πέφτει θύμα της γοητείας της εργοδότριάς του, η οποία τον αντιμετωπίζει σαν καινούργιο παιχνίδι που, όταν το βαριέται, το σπάει. Τότε, ελάχιστα ακόμα ξένα παιδιά έρχονταν στη χώρα μας, κυρίως πολιτικοί πρόσφυγες από την Τουρκία –Κούρδοι ή αριστεροί Τούρκοι. Την εποχή εκείνη, κάποιες Ελληνίδες, πλούσιες και πλήττουσες αφάνταστα μέσα στις νεοπαγείς βίλες τους, έπαιρναν το αυτοκίνητό τους και περνούσαν τάχα βολτάροντας στην οδό Αθηνάς όπου κυκλοφορούσαν συνήθως πολλά από τα παιδιά αυτά. Εκεί, σταματούσαν κάποιον, του έδειχναν το ενδιαφέρον τους και, αν συμφωνούσε, τον έβαζαν στο αυτοκίνητο για να περάσουν μία ή περισσότερες βραδιές μαζί. Έπεσα κάποτε μπροστά σε τέτοια σκηνή, (θα ήταν γύρω στις δέκα το βράδυ, στην πλατεία του Δημαρχείου της Αθήνας) κι έφριξα βλέποντας την κυρία να ανοίγει το στόμα του αγοριού και να το περιεργάζεται όπως οι αγοραστές των δούλων στον 18ο αιώνα. Μετά από αυτό, κι αφού ζούληξε με νάζι το μπράτσο του νεαρού για να εκτιμήσει προφανώς την ρώμη του, τον πήρε μαζί της κι έφυγαν.

Για το δεύτερο διήγημα «1995- Όπως οι άπιστοι κι εμείς», την ιδέα μου την έδωσε ένα ταξίδι μου, στα τέλη της δεκετίας του ’90, στην Κομοτηνή. Σ’ έναν περίπατο στην πόλη είδα μπροστά μου ένα σπιτάκι να γκρεμίζεται από τις μπουλντόζες του εργολάβου μαζί με όλο το φτωχικό νοικοκυριό του μέσα. Κανείς δεν καταδέχτηκε να συμμαζέψει τα πράγματα πριν ξεκινήσει το γκρέμισμα μέσα σ’ εκείνη την τρυφηλή δεκαετία της Ελλάδας. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τη γνωστή συνήθεια των παραδοσιακών μουσουλμάνων, που τώρα πια μόνο οι γέροντες κρατάνε, να μην ανακατεύουν τα τροφικά απόβλητα με τα υπόλοιπα σκουπίδια γιατί θεωρείται αμαρτία απέναντι στον Θεό που μας χαρίζει την τροφή, με οδήγησαν στο να συνθέσω αυτή την ιστορία.

Δυο πρόσωπα ενώθηκαν για να φτιάξουν τον Hekmat τον ήρωα του τρίτου διηγήματος «2006- Όσα δεν έζησε», όπου ένας Ιρανός αρχαιολόγος που ζει επί πολλά χρόνια στην Ελλάδα ως πολιτικός πρόσφυγας κι έχει κατορθώσει να βρει δουλειά στις αναστηλώσεις της Ακρόπολης, προσπαθώντας να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του. Το ένα πρόσωπο είναι ένας παλιός συμφοιτητής μου, Ιρανός, επιμελής και ταλαντούχος με δυνατότητα να εξελιχθεί σε εξαιρετικό αρχαιολόγο, όμως βαθιά ρομαντικός.Ξεμυαλίστηκε με τον Χομεϊνί και την επανάστασή του, όπως πάμπολλοι αριστεροί Ιρανοί τότε. Εμείς προσπαθήσαμε να τον εμποδίσουμε να φύγει, μιας και ως μη εμπλεκόμενοι μπορούσαμε να προβλέψουμε το προφανές, εκείνος όμως δεν άκουγε τίποτα, μόνος του στόχος, η ανατροπή του σάχη. Μετά από έξι εφτά χρόνια, έξω πια από τις φυλακές των μουλάδων, με ένα νεφρό λιγότερο λόγω «καλοπέρασης», έφτασε σκαστός στην Ελλάδα και κατόρθωσε να επικοινωνήσει με έναν παλιό καθηγητή μας. Έτσι μάθαμε τα νέα του. Δεν ξέρω τι απέγινε μετά.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή του ανθρώπου με τον οποίο μοιράζομαι τη ζωή μου πολλά χρόνια τώρα και ζω από κοντά το θρίλερ της περίφημης απόκτησης ελληνικής υπηκοότητας.

Πολιτικός πρόσφυγας στην Ελλάδα από το 1982, με σημαντικές πολιτιστικές παρεμβάσεις στη χώρα μας, μεταξύ των οποίων και τη συγγραφή των δύο λεξικών που, εδώ και χρόνια, είναι τα μόνα που προτείνονται ως συγγράμματα εκμάθησης των δύο γλωσσών σε ελληνικά και τουρκικά πανεπιστήμια, έχει πέντε φορές υποβάλει αίτηση για υπηκοότητα και έχει πάρει πέντε φορές αρνητική απάντηση, χωρίς καμία αιτιολόγηση και παρά την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Τέλος, το τέταρτο διήγημα «2017- Οι μαύροι»,αναφέρεται σε μια οικογένεια Σομαλών, που έχουν έρθει στην Ελλάδα πριν από μια δεκαετία και κατορθώνουν με τη βοήθεια μιας καλής κυρίας να ορθοποδήσουν στη χώρα μας. Πέφτοντας όμως θύματα αφενός μιας δολοπλοκίας αφετέρου της αδιαφορίας ή του ρατσισμού –υφέρποντος ή και δεδηλωμένου-, η ζωή τους καταστρέφεται ανεπιστρεπτί. Την αφορμή για το διήγημα αυτό μου την έδωσαν διαβάσματά μου, πριν από κάποια χρόνια,γύρω από τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ανατολικής Αφρικής. Με συγκίνησε ιδιαίτερα η περίπτωση της Σομαλίας, μιας χώρας που ζει έναν εμφύλιο από το 1991 έως σήμερα, με μικρά διαλείμματα, έναν διαρκή πόλεμο που έχει διαλύσει τη χώρα, με αποτέλεσμα ο μισός πληθυσμός να έχει πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς και ο άλλος μισός να έχει επαναφέρει, μετά από αιώνες, τη θαλάσσια πειρατεία.

 

ΦΩΤΟ: EMILIA REJEC

Η Μαρία Σκιαδαρέση γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα και βιβλία για παιδιά και εφήβους. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

 

Επιμέλεια: Γρηγόρης Δανιήλ

 

0