«Το Γονεοτροφείο», γράφει ο Χρήστος Δασκαλάκης

Τη σειρά δοκιμίων Altera Pars συνεχίζει ένα κείμενο του Χρήστου Δασκαλάκη για το βιβλίο του «το Γονεοτροφείο» που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο χειμώνα από τις εκδόσεις Άγκυρα.

 

 

Κείμενο:  Χρήστος Δασκαλάκης

 

 

Από παιδί κουβαλούσα μια ανάγκη να γράψω όσα ήθελα χωρίς να φοβάμαι την κριτική και τις συνέπειες. Από παιδί κουβαλούσα μια ανάγκη να μπορούσα να αλλάξω όλα εκείνα που δε μου άρεσαν ή δεν έβρισκα σωστά. Είχα πάντα μια ευαισθησία στην αδικία, μια αδυναμία στους καλούς ανθρώπους, μια αποστροφή στα «πρέπει», μια αγάπη στο χάδι, μια φοβία σε όσα οι άλλοι περίμεναν από εμένα και μια λαχτάρα σε όσα με άφηναν ελεύθερο να ζήσω. Δεν έζησα όμως και πολλά. Μα δε με πειράζει πλέον. Κάποτε έμενα στο παρελθόν και έκλαιγα για όσα έχασα. Τώρα νιώθω ευγνωμοσύνη για όσα τελικά κέρδισα. Ακριβώς όπως και ο Παύλος, ο ήρωας του βιβλίου μου.

Γι’ αυτό το βιβλίο νιώθω πολύ περήφανος! Ίσως παράλληλα και λίγο «εκτεθειμένος» μιας και εκεί μέσα υπάρχουν πολλά δικά μου στοιχεία. Αλλά αυτή είναι τελικά η χαρά των λέξεων, να τις γράφεις και να λυτρώνεσαι, να τις γράφεις και να τις κάνεις να δείχνουν ευχάριστες, όσο πόνο κι αν κάποτε έφεραν σε εσένα.

«Το Γονεοτροφείο» ήταν ένα υπέροχο πείραμα για εμένα. Ένα πείραμα για να δω αν μπορώ να καταφέρω, μία δική μου «ιδιαίτερη» και δύσκολη εμπειρία να την κάνω μια ευχάριστη και αισιόδοξη ιστορία. Και τελικά τα κατάφερα! Δε θα ξεχάσω το βράδυ που, δύο χρόνια πριν, εμπιστευόμουν  την ιστορία στην ξαδέλφη μου σε ένα εστιατόριο στην Ύδρα. Φτάνοντας προς το τέλος, την βλέπω ξαφνικά να κλαίει. «Είναι σαν να ακούω μια παραλλαγή της ιστορίας της ζωής σου» μου λέει και προσπαθώ να κρατήσω τα δικά μου δάκρια.  Χρειάστηκε τελικά αυτή η ιστορία να γίνει βιβλίο και να τη διαβάσω πάρα πολλές φορές δημοσίως μέχρι να αποδεχτώ μέσα μου πόσο πολύ με είχε επηρεάσει.

Εμείς οι συγγραφείς έχουμε ένα τεράστιο δώρο στα χέρια μας. Μπορούμε να δημιουργήσουμε τις δικές μας καταστάσεις, να σκηνοθετήσουμε τις ζωές των δικών μας ηρώων και να ζήσουμε μέσα από αυτούς τη ζωή που δεν είχαμε. Έτσι έκανα και εγώ με το «Γονεοτροφείο». Έβαλα χιούμορ, γιατί πάντα μου άρεσε να γελάω, έβαλα αγάπη, γιατί τη στερήθηκα, έβαλα αγκαλιά γιατί μου έλειψε, έβαλα ασφάλεια γιατί δεν την είχα, έβαλα αποδοχή γιατί πολέμησα σκληρά για να την διεκδικήσω. Κυρίως όμως, έβαλα ένα ταλαιπωρημένο παιδί, τον Παύλο, που έκανε τα πάντα για να έχει τους γονείς που ονειρευόταν. Και εντάξει, ίσως να μην ήταν πάντα το πιο φρόνιμο παιδί, απλά έκανε τα πάντα για να τραβήξει την προσοχή που τόσο την είχε ανάγκη.

Στο τέλος κάθε ιστορίας, σημασία έχει πως όλοι κερδίζουν κάτι. Οι ήρωες του παραμυθιού, οι γονείς που θα το διαβάσουν, τα παιδιά που θα το ακούσουν, οι γιαγιάδες που θα το προσφέρουν. Ο στόχος μου ήταν πάντα να μπορέσω να φέρω τα παιδιά λίγο πιο κοντά στους γονείς τους και το αντίστροφο. Να τους κάνω να γελάσουν, να διασκεδάσουν, να εκφραστούν, να μοιραστούν μια τρυφερή αγκαλιά και ένα χάδι.

Τυχερά τα παιδιά που μπορούν να έχουν μια τέτοια αγκαλιά. Υπέροχοι οι γονείς που μπορούν να μοιραστούν το χάδι. Ευλογημένοι όσοι δεν έπαψαν να είναι παιδιά, όσοι διαβάζουν, προσφέρουν ή συλλέγουν παραμύθια. Η αθωότητα είναι από τα λίγα πράγματα που μας κάνουν ξεχωριστούς και η τρυφερότητα από τα λίγα πράγματα που ακόμα εκφράζουν την ευαισθησία μας.

Όσο για μένα, ευτυχώς έχω πλέον το δικό μου «Γονεοτροφείο» και έτσι μπορώ στις σελίδες του να θυμάμαι, να νοσταλγώ, να αγαπώ και να ελπίζω…

 

«Το Γονεοτροφείο», γράφει ο Χρήστος Δασκαλάκης

Το βιβλίο «Το Γονεοτροφείο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγκυρα

 

«Το Γονεοτροφείο», γράφει ο Χρήστος Δασκαλάκης

Ο Χρήστος Δασκαλάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977 και μεγάλωσε στο νησί της Ύδρας μέχρι την ηλικία των 18 ετών.

Σπούδασε Συμβουλευτική και Ψυχολογία, Δημιουργική Γραφή, Θεωρία της Μουσικής και Ορθοφωνία και ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του με μαθήματα στη Σκηνοθεσία και Υποκριτική.

Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Τον ελεύθερο χρόνο του γράφει ποιήματα, έργα για το θέατρο, τραγούδια και παραμύθια. Αρθρογραφεί, ταξιδεύει, διαβάζει και έχει αδυναμία στις ιστορίες που γράφτηκαν από παιδιά. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα, χωρίς να ξεχνά τη μεγάλη του αγάπη, την Ύδρα.

 

 

3