Ballade  des Dames, γράφει η Τούλα Τίγκα

Τη σειρά δοκιμίων  Altera Pars συνεχίζει  ένα κείμενο της Τούλας Τίγκα για το βιβλίο της “Ballade des Dames” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διάπλαση το 2018.

 

Κείμενο: Τούλα Τίγκα

 

 

Στην αρχή  ήταν ο τίτλος. Η συνάντησή μου με το ποίημα και τον τίτλο, έναν τίτλο που ένιωθα ότι με  κάποιο τρόπο  με αφορά. Κι  εμένα και πολλούς –  γυναίκες  κυρίως .

Αργότερα έμαθα  για τον Φρανσουά Βιγιόν , τον ποιητή του σκοτεινού Μεσαίωνα που σκότωσε και  έκλεψε, που  έγραψε  φυλακισμένος , που περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά της Γαλλίας και τέλος εξαφανίστηκε στα 32  του χρόνια αφού είχε γράψει μπαλάντες για μέθυσους, πόρνες και κρεμασμένους-  «γενάρχη των καταραμένων ποιητών»  τον θεωρούσε ο Ρεμπώ!  Άργησα να τις μάθω  αυτές τις λεπτομέρειες  –αλλά δεν έχει σημασία .

Για μένα σημασία έχει ότι είχε  γράψει και μία  μπαλάντα για  κάποιες κυρίες,  γνωστές και  διάσημες στην εποχή τους που χάθηκαν με τον καιρό .Ήταν μία μπαλάντα  για τα χρόνια που περνούν και φεύγουν και  για την ομορφιά που χάνεται από τα πρόσωπα όπως  το σφρίγος από τα σώματα .

Ήταν η μπαλάντα   για  τις «Κυρίες  ενός άλλου καιρού» Ballade des dames  du temps jadis .

Εκεί  σταμάτησα   για  χρόνια.

Είχα έναν τίτλο να με προκαλεί καθώς μεγάλωνα σιγά – σιγά και ένιωθα πως άφηνα πίσω μου κι εγώ παλιότερα χρόνια μιας ηλικίας  δροσερής και συνήθως ανέμελης   όταν   ο έρωτας  ερχόταν με βήμα σταθερό σαν ένας  « Πρίγκιπας με τα κρίνα» για να συνεγείρει αισθήσεις και συναισθήματα. Αλλά και την  άλλη εποχή όταν  η γυναίκα  έπρεπε να κατακτήσει πολλά ακόμα  –και οι γυναίκες της επαρχίας  περισσότερα.

Μετά  και από  τη δική μου περιπλάνηση στο χρόνο, με εμπειρίες  σε πόλεις,  γειτονιές και σπίτια,  βιβλία και επιτυχίες, λάθη, αποτυχίες και   απογοητεύσεις  και  μνήμες ερχόμενες  από όλα  όσα είχαν φύγει, με τον τίτλο πάντα  σε  εγρήγορση, πρόθυμο να  με ταξιδέψει,  ήρθε η ιδέα ενός βιβλίου και  η συνάντηση με τις ηρωίδες του .

Δεν άργησα να τις  ανακαλύψω  γύρω μου, δίπλα μου. Και εντός μου . Ήμουν κι εγώ μία από αυτές.

 Τις ακολουθούσα να  περπατούν στους δρόμους της  πόλης, τις άκουγα να μιλούν για  χαμένες ευκαιρίες , για παλιές Κυριακές και παλιές φωτογραφίες, για το  χρόνο που αφήνει τα σημάδια του  στο σώμα, στο πρόσωπο και στην ψυχή,  για όσα έπρεπε να αποδεχτούν ή  να  αλλάξουν, για όσα  τις  άλλαξαν ή τις  πλήγωσαν,  για αγαπημένους που   ξέχασαν ή  ξεχάστηκαν – αυτά που είχαν συμβεί στο παρελθόν τους και στα νιάτα τους όταν κυριαρχούσε η   ψευδαίσθηση ότι μπορούν να ερμηνεύσουν το χτες και να προδικάσουν ή να μαντέψουν το αύριο .

Ήταν  γυναίκες πάνω  από τα εξήντα, άσημες, καθημερινές,  από αυτές  που αδιάφορα τις ρίχνουμε στα  αζήτητα  της  τρίτης ηλικίας  και συναντάει κανείς στην αγορά να διαλέγουν  ρούχα  ή φρούτα, στη γειτονιά να συνομιλούν  με τη γειτόνισσα για τα παιδιά ή τα εγγόνια τους, στο σινεμά  να συγκινούνται με τα έργα  εποχής,  σε ένα μαγαζί ή ένα γραφείο  μπροστά  σε ένα ταμείο ή ένα πληκτρολόγιο  ή στο σπίτι τους μπροστά  σε έναν καθρέφτη  να ψηλαφούν έντρομες,  έναν ύποπτο όγκο  στο στήθος τους .

Πέντε από αυτές,  φίλες  μεταξύ τους , έμειναν τελικά να με συνοδεύουν μέρα νύχτα  σαν μία αφανή ακολουθία και να διεκδικούν η κάθε μία τις σελίδες της  σε ένα βιβλίο .

 Μέχρι που αποφάσισα να τους  δώσω  φωνή και ονόματα .

Οικεία  ονόματα, γνωστών, οικείων ανθρώπων .Ήθελα να μιλήσω  γι αυτές γιατί ήξερα πως  κάπου υπάρχουν. Όπως …

 Μία  Ματίνα    που  φροντίζει υπέργηρους γονείς  και συμπάσχει με μια μάνα ή έναν πατέρα, άρρωστους βαριά ή κατάκοιτους.

Μία Σοφία «έξω καρδιά» που αγαπάει τα αστεία , τα τραγούδια και τις λιχουδιές , που ξοδεύει  πολύ από το  χρόνο της και τον εαυτό της  για την οικογένεια . Που  προσπαθεί  να ξεπεράσει ένα διαζύγιο,   ένα   λάθος κρατούμενο στις πράξεις    των σχέσεων που μας βάζει να κάνουμε η ζωή,  γιατί λάθος κρατούμενο ήταν το διαζύγιο  για  πολλές  γυναίκες της γενιάς της Σοφίας  – αλλά και  της δικής μου .

Μία Μάρω  που χτυπήθηκε απ΄τον καρκίνο αλλά ήταν τυχερή να συνεχίσει τη ζωή της. Ή μια άλλη Μάρω    που πέρασε  από έναν λάθος έρωτα  για έναν άντρα κατά πολύ νεότερό της – από  μια  ανάγκη ίσως των ανθρώπων να επιστρέφουν σ΄ αυτό που ήταν κάποτε ο έρωτας στη ζωή τους.

Μία Βιργινία , σκληρή, αθυρόστομη  και αγέλαστη γιατί   μεγάλωσε απότομα και με λάθος τρόπο συνέχισε να ζει , ξεκρέμαστη  χωρίς οικογένεια .

Μία  Θεανώ  που τόλμησε  να  ερωτευθεί και μετά τα εξήντα της  καθώς, απρόβλεπτος ο έρωτας , έρχεται και φεύγει χωρίς αν και μήπως. Ή μία άλλη που τολμάει την ευθανασία  για τον κατάκοιτο και ανίατα άρρωστο πνευματικά  αδερφό της- τολμηρή αυτή , τολμηρή κι  εγώ που αποφάσισα  να περιγράψω την πράξη της  .

Όμως και οι πέντε –  κι εγώ η έκτη της παρέας  τους –  δεν παραιτήθηκαν από τη ζωή και τις  χαρές της , δεν χάθηκαν στην απογοήτευση  κι ας έχασαν πολλά μεγαλώνοντας , δεν έπαψαν να αγαπούν η μια την άλλη και να στηρίζονται στη φιλία  τους. Μ’ αυτή τη φιλία  πέρασαν  τα  δεινά της  ενηλικίωσης  και μ’ αυτή τη φιλία προσπαθούν να ξεπεράσουν κι αυτά της τρίτης ηλικίας .

Τελικά ,ίσως  δεν είναι αποκλειστικά  δικές μου ηρωίδες  αυτές οι  γυναίκες. Είναι της  ζωής κυρίως.  Γιατί δεν έχουν «ποτέ  τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου», και  τα   πάθια και οι καημοί ,είναι που  γίνονται συχνά θέματα  για  μυθιστορήματα  και ποιήματα .

Κι  αυτές οι πέντε , έζησαν ,έπαθαν ,  έμαθαν , κέρδισαν,  έχασαν . Άλλωστε, μέσα από αυτά τα ρήματα  δεν πλέκει και  δεν μας μπλέκει  στον ιστό της η ζωή;

Κάπως έτσι  γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Μαζεύοντας από γύρω στιγμές από ζωές  ανθρώπων, στιγμές που μ’ έβαλαν σε σκέψεις, που άπλωσαν και έγιναν  ώρες, μέρες  χρόνια, παρελθόν, παρόν και μέλλον   και  γέμισαν 291 σελίδες .

 Δεν ξέρω  αν όλα αυτά τα βρήκα  ή ήρθαν και  με βρήκαν και μ’ έβαλαν στην ωραία περιπέτεια  να τα  αφηγηθώ. Πάντως συναντηθήκαμε. Και επειδή ασκήθηκα όλα αυτά τα χρόνια να παρατηρώ ό,τι συμβαίνει γύρω μου και εντός μου  και ν’ ακούω ό,τι δεν έχει φωνή – βλέμματα, χαμόγελα, βήματα ζωηρά ή κουρασμένα σαν βουβά παράπονα – είπα   κάποια στιγμή, θέλω να γράψω  για όλα αυτά. Θα προσπαθήσω  να τους δώσω  φωνή   .

             Λίγο πολύ έτσι δεν  γράφονται τα μυθιστορήματα;   

 

Ballade  des Dames, γράφει η Τούλα Τίγκα

Η Τούλα Τίγκα γεννήθηκε στα Τρίκαλα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία.  Έχει γράψει βιβλία για παιδιά και για νέους και μυθιστορήματα. Στα έργα της συγκαταλέγονται τα βραβευμένα με το βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου “Οδός Γραβιάς” (Εκδ. Πατάκη 1991), “Η εποχή των υακίνθων” (Εκδ. Πατάκη 1993) και το βραβευμένο με το βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού “Διαβάζω” “Τα χρόνια τρέχοντας” (Εκδ. Πατάκη 1999).

 

Επιμέλεια: Γρηγόρης Δανιήλ

 

 

0

Αφήστε μια απάντηση