Τη σειρά δοκιμίων Altera Pars συνεχίζει ένα κείμενο της Φωτεινής Βασιλοπούλου για την ποιητική της συλλογή “Αμείλικτο νερό” που κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις των Φίλων.

 

 

Κείμενο:  Φωτεινή Βασιλοπούλου

 

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Γρηγόρη Δανιήλ και τον ιστότοπο The Book.Gr για την ευγενική τους πρόσκληση να μιλήσω για την ποιητική μου συλλογή Αμείλικτο νερό”, οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019.

            Ομολογώ ότι δίσταζα να γράψω αυτό το σημείωμα, έχοντας την άποψη ότι οι αναγνώστες θα ήταν καλό να μπαίνουν αθώοι και ανυποψίαστοι στα αμείλικτα νερά της ποίησης, ανεπηρέαστοι από προλόγους ή επίμετρα, από κριτικές αναλύσεις. Ο συγγραφέας εξάλλου, ολοκληρώνοντας και  καταθέτοντας το κείμενό του, καθιστώντας το δημόσιο, αποσύρεται, πεθαίνει.[1] Το κείμενο είναι πλέον αυθύπαρκτο όταν φεύγει από τα χέρια του δημιουργού, και μετά την έκδοσή του γίνεται κοινό κτήμα. Ό,τι είχα να πω, το είπα με το έργο μου, η ερμηνεία πια είναι μια πάλη ανάμεσα σ’ αυτό και τον αναγνώστη. Όπως αναφέρει και ο Γουάλας Στήβενς «η θέση της ποίησης δεν είναι ποτέ απόλυτη. Βρίσκεται πάντοτε σ’ ένα εσώτερο, αβέβαιο χώρο, κάτω από τις λέξεις του ποιητή και βαθιά μέσα στην όραση του αναγνώστη».[2]

            Νιώθω, λοιπόν, σαν μια παρένθετη μητέρα, που έχει υπογράψει συμβόλαιο να μην διεκδικήσει ή ξαναδεί το τέκνο που κύησε, να μην κάνει σχόλιο, να το αφήσει να ανθίσει μόνο του, να δρέψει τους καρπούς της «μετάληψής» του από τους αναγνώστες, αλλά, αφού είχατε την ευγένεια να ενδιαφερθείτε, θα ανακαλέσω στη μνήμη μου την κυοφορία, την οδύνη και τις ωδίνες, τη χαρά της γέννησής του, παρ’ όλο που θα μπορούσα να σας απαντήσω μόνο με το ακόλουθο, καταληκτικό ποίημα της συλλογής.

 

Ζόρικα βράδια

 

Ανήμπορος να καταπιώ

να βήξω.

Με στοιχειώνουν οι λέξεις.

Μη μας διώχνεις, μου λένε

φύλαξέ μας στο στόμα

σπάραξέ μας στα δόντια.

 

Ζωντανές μη μας θάβεις!

Βάλε μας σ’ έναν στίχο

ικετεύουν οι λέξεις.

 

Ντύσε μας τις πληγές σου!

            Προφανώς και πνιγόμουν από λέξεις που έφραζαν την αναπνευστική μου οδό, από μνήμες που ασφυκτιούσαν αναζητώντας επίμονα να βρουν μια διέξοδο, να εμφανιστούν στο φως, στο χαρτί. Σ‘ αυτή τη συλλογή, αφιερωμένη στη μνήμη τεσσάρων αγαπημένων -με σχέσεις συγγένειας ή φιλίας- γυναικών, μια θάλασσα από μνήμες με στοίχειωνε, με τραβούσε στον βυθό. Η σύλληψη και γραφή ήταν πορεία μεν επώδυνη, αλλά όχι τόσο οδυνηρή όσο η έκθεσή τους στο δημόσιο βλέμμα, καθώς με διακατέχει ο φόβος, η αγωνία αν διαχειρίστηκα σωστά το υλικό μου: τη μνήμη που αντιστέκεται στη λήθη, την άνοια, πτυχές της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον πόνο, την πληγή, τον έρωτα, τον θάνατο, τη μοναξιά, την καθημερινότητα. Αγωνία αν έλεγξα μιαν έμφυτη τάση προς την ελεγεία, τη σκοτεινιά. Ταλαντεύομαι ανάμεσα στο συναίσθημα και την απόσταση, αιωρούμαι μεταξύ του απεικονιστικού και υπαρξιακού στοιχείου, ακροβατώ ανάμεσα στο ένδον και το εξωτερικό, συχνά εχθρικό. Προσπαθώ, πριν κατακρημνιστώ, να ισορροπήσω, να ελέγξω τη συναισθηματική ένταση, να επανέλθω, με ανεπαίσθητη ειρωνεία και σαρκασμό, στην ψυχραιμία και την αισιοδοξία. Επιζητώ ή επινοώ εις άγραν αρμονίας ύφους και γλωσσικής, λέξεις συνάμα λειασμένες και αιχμηρές, ανεπαίσθητες και σκληρές. Παλεύω ακόμα και για τη ρυθμικότητα του στίχου.

            Υπάρχει βέβαια και ο κρυφός πόθος το ατομικό να αρθεί σε συλλογικό, τα ποιήματα να αιχμαλωτίσουν το βλέμμα του αναγνώστη, να τον συνεπάρουν, να ζητά να ταυτιστεί, κάποτε να αναρωτιέται, μήπως το ποίημα γράφτηκε γι’ αυτόν, να ακουμπήσει τον πόνο του, να νιώσει ανακούφιση, να πει κάποιος με νιώθει ή νιώθει το ίδιο με μένα, γιατί όπως λέει ο Πάμπλο Νερούδα «η ποίηση δεν ανήκει σε αυτούς που τη γράφουν, αλλά σε αυτούς που την έχουν ανάγκη».

            Δεν ξέρω αν υπάρχουν κρυφά νοήματα, όμως ελπίζω σε κρυφές αναγνώσεις, ερμηνείες που αντανακλούν προσωπικές προβολές, έγνοιες κι επιθυμίες των αναγνωστών, τις οποίες θα χαρώ να μοιραστούν μαζί μου, καθώς και τα συναισθήματα που τους γέννησε η ανάγνωση, γιατί η λογοτεχνία είναι άσκηση ενσυναίσθησης, μια μικρή «θεία κοινωνία».

            Μα όλα αυτά είναι μόνον ευσεβείς πόθοι, γιατί δεν παύω να αμφιβάλλω και να αναρωτιέμαι, αν τελικά ο αναγνώστης διαβάζοντας τη συλλογή συναντήθηκε, συντονίστηκε μαζί μου, αν συναισθάνθηκε τον ανεπαίσθητο ψίθυρο των ανθρώπων και των πραγμάτων, γιατί όπως λέει ο Ιταλός ποιητής Τσέζαρε Παβέζε, «το να γράφεις ποιήματα είναι σαν να κάνεις έρωτα, ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν την ευχαρίστησή σου τη συμμερίζεται πραγματικά ο άλλος».

            Μα ακόμα κι αν δεν μοιραστήκαμε την ίδια οδύνη και ηδονή, ελπίζω να μοιραστήκαμε τουλάχιστον Ενός λεπτού μαζί.[3]

Σας ευχαριστώ θερμά.

[1]    Roland Barthes, Ο θάνατος του συγγραφέα.

[2]    Γιώργος Βέης, «Για τον Πρόδρομο Χ. Μάρκογλου», Καρυθραύστις, τχ. 4, Απρίλιος 2020, σ. 103.

[3]    Κικής Δημουλά, Ενός λεπτού μαζί, Ίκαρος, 1998.

 

 

Το βιβλίο της Φωτεινής Βασιλοπούλου “Αμείλικτο νερό” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις των Φίλων

 

 

Η Φωτεινή Βασιλοπούλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα και μεγάλωσε στη Χρυσοκελλαριά Μεσσηνίας. Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία. Ζει στην Καλαμάτα και εργάζεται στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Το ”Για μια χούφτα ζωή” (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015) ήταν το πρώτο της βιβλίο. Ακολούθησε το “Πρωσικό μπλε” (εκδόσεις των Φίλων, 2016), “Λάμψη λεπιδοπτέρων68 χαϊκού” (εκδόσεις των Φίλων, 2018), ενώ το 2019 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή “Αμείλικτο νερό” από τις εκδόσεις των Φίλων.

 

0